Η Ένωση ζητά από το Υπουργείο σαφή αιτιολόγηση της απόφασης, εξηγήσεις για τα κριτήρια άνισης εφαρμογής και ενημέρωση για τη μέριμνα που προβλέπεται για τις επιχειρήσεις που κινδυνεύουν να οδηγηθούν σε παύση εργασιών πριν την τελική δικαστική κρίση. Παράλληλα, επαναλαμβάνει το αίτημα για άμεση συνάντηση εκπροσώπων της με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, ώστε να αποφευχθεί η άδικη και μη αναστρέψιμη ζημία σε νόμιμες επιχειρήσεις του κλάδου.
Με την απόφαση του Υπουργείου να μην παραταθεί η ισχύς των διοικητικών αδειών μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2025, το μέλλον δεκάδων επιχειρήσεων κυνηγετικών ειδών παραμένει αβέβαιο, δημιουργώντας έντονη ανησυχία για την εύρυθμη λειτουργία του κλάδου και για την οικονομική επιβίωση των επαγγελματιών του.
Ακολουθεί η ανακοίνωση της ΠΕΒΕΚΕ:
«Αξιότιμε κ. Υπουργέ,
Αξιότιμοι συνεργάτες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη,
Σε συνέχεια της απόφασής σας να μην χορηγηθεί νέα διοικητική παράταση μετά τη λήξη της τελευταίας παράτασης στις 31/12/2025, επιθυμούμε να σας μεταφέρουμε με τρόπο σαφή τον πραγματικό αντίκτυπο που έχει η επιλογή αυτή στα μέλη μας και στην εύρυθμη λειτουργία του κλάδου. Αντιλαμβανόμαστε πλήρως τη μεγάλη καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ωστόσο, η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελεί βάσιμη αιτία ώστε ο Υπουργός να επιλέγει «να μην περιμένει» και να προχωρεί σε εφαρμογή της προσβαλλόμενης ΚΥΑ σε διοικούμενους–επιχειρηματίες, ιδίως σε όσους δεν είχαν συμπεριληφθεί στα σχετικά δικόγραφα το 2021, χωρίς να αναμένει την κρίση της Δικαιοσύνης. Ένας σημαντικός αριθμός επιχειρηματιών του κλάδου μας ανέμενε και αναμένει με αγωνία την απόφαση του ΣτΕ για να γνωρίζει εάν τελικώς θα συνεχίσει ή όχι τη δραστηριότητά του, ελπίζοντας ότι η Ένωση θα δικαιωθεί σε κρίσιμα σημεία της Αίτησης Ακυρώσεως. Με την επιλογή της μη παράτασης, οι επιχειρήσεις αυτές οδηγούνται πρακτικά σε αδιέξοδο: μετά την εξάντληση του χρονικού διαστήματος που παρέχεται με την ανάκληση (δίμηνο), πολλοί θα βρεθούν de facto σε παύση εργασιών, χωρίς να τους έχει δοθεί η στοιχειώδης ευκαιρία επιβίωσης που θα μπορούσε να εξασφαλιστεί από μια ευνοϊκή δικαστική κρίση.
Τονίζουμε επίσης ότι η αιφνίδια αυτή επιλογή δεν φαίνεται να εδράζεται σε κανένα πραγματικό, πρόσφατο περιστατικό ή σε οποιοδήποτε στοιχείο που να καθιστά επιβεβλημένη την άμεση εφαρμογή της ΚΥΑ. Επί σειρά ετών δεν έχουν υπάρξει συμβάντα στα καταστήματά μας που να τεκμηριώνουν ότι τίθεται σε κίνδυνο το δημόσιο αγαθό, ώστε να δικαιολογείται η επιλογή «τώρα και άμεσα». Μας φαίνεται αδιανόητο ότι ενώ τα μέλη μας επί μακρό χρόνο προγραμμάτιζαν τη λειτουργία τους από εξάμηνο σε εξάμηνο, προστατευόμενα από τις παρατάσεις που χορηγούνταν έως την τελεσιδικία, ξαφνικά και για ακατανόητο λόγο καλούνται να αντιμετωπίσουν την προοπτική ότι από τον Μάρτιο 2026 και μετά θα οδηγηθούν σε παύση εργασιών. Παράλληλα, δυσκολευόμαστε να φανταστούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στην περίπτωση που η Αίτηση Ακυρώσεως ευοδωθεί σε ορισμένα σημεία. Ποια θα είναι τότε η αντιμετώπιση των επιχειρήσεων που εν τω μεταξύ θα έχουν οδηγηθεί σε κλείσιμο ή οικονομική κατάρρευση λόγω της εφαρμογής της προσβαλλόμενης ΚΥΑ πριν την έκδοση απόφασης;
Με δεδομένο ότι μια μερίδα διοικούμενων προστατεύεται με αναστολές, ενώ μια άλλη μερίδα καλείται να συμμορφωθεί άμεσα υπό την απειλή παύσης δραστηριότητας, ζητούμε να μας εξηγήσετε ρητά: Ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι λόγοι της αιφνίδιας επιλογής μη χορήγησης νέας παράτασης; Εάν η αιτία είναι η «εξάντληση της υπομονής» ως προς τον χρόνο του ΣτΕ, πώς αυτό μπορεί να μετακυλίεται ως συνέπεια στους διοικούμενους;
Με ποια κριτήρια επιλέγεται η άνιση πρακτική εφαρμογή (αναστολές για ορισμένους – άμεση εφαρμογή για άλλους); Ποια μέριμνα υπάρχει για τις επιχειρήσεις που θα οδηγηθούν σε παύση εργασιών χωρίς να έχει προηγηθεί η δικαστική κρίση επί της προσβαλλόμενης πράξης; Για την Ένωσή μας και τα μέλη μας, η απόφαση αυτή δεν είναι δίκαιη, ούτε συμβατή με την ασφάλεια δικαίου και την εύλογη εμπιστοσύνη του διοικούμενου, ιδίως όταν για χρόνια η Διοίκηση επέλεγε να αναμένει την τελική κρίση. Παρακαλούμε όπως μας αιτιολογήσετε την απόφασή σας και όπως επανεξετάσετε τη στάση σας, ώστε να αποφευχθεί η άδικη και μη αναστρέψιμη ζημία σε νόμιμες επιχειρήσεις του κλάδου μας. Τέλος, παρακαλούμε, για πολλοστή φορά να πραγματοποιηθεί άμεσα συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων της Ενώσεώς μας και της Ηγεσίας του Υπουργείου σας».