Ελληνική Μυθολογία. Άδωνις, ο ωραιότερος κυνηγός των αιώνων. Ο ήλιος έγερνε. Η ξεροψημένη πλάση άρχισε ν’ ανασαίνει. Το μεγάλο δάσος σιγά – σιγά έπαιρνε ζωή. Δροσερό αεράκι χάιδευε τα φύλλα. Τα πουλιά με γλυκούς λαρυγγισμούς έδειχναν τη χαρά τους. Η μεγάλη ζέστη του μεσημεριού έδινε οριστικά τη θέση της στη δροσιά. Σε μία συστάδα, από λίγα δέντρα που έριχναν πυκνή σκιά, ξαπλωμένος στο χιτώνα του κοιμόταν ο ωραιότερος κυνηγός που γεννήθηκε στη γη. Ο Άδωνις, ο γιός του βασιλιά της Πάφου Κυνήρου και της Μεθάρμης. Όταν μικρός άρχισε να πρωτοβγαίνει κυνήγι, τον είδε η Αφροδίτη, τον αγάπησε και τον κατέκτησε. Επειδή τον ήθελε μόνο για τον εαυτό της, για να μην τον επιθυμήσει καμία άλλη, τον κατέβασε στα βασίλεια της Περσεφόνης, της τον παρέδωσε και την παρακάλεσε να τον φυλάξει μέχρι να τακτοποιήσει την υπόθεσή του. Αλλά και εκείνη μόλις τον είδε, αισθάνθηκε μεγάλο πόθο γι΄αυτόν. Και έτσι ο Άδωνις δεν κακοπερνούσε και εκεί. Μετά από καιρό ήρθε η Αφροδίτη και ζητούσε την παρακαταθήκη της. Η Περσεφόνη αρνήθηκε όμως και μεγάλος καυγάς άναψε ανάμεσά τους, τόσο που έπρεπε να μπει στη μέση ο Ζεύς να τις ησυχάσει. Για να μη μαλώνουν δε, χώρισε το χρόνο του Αδώνιδος σε τρία διαστήματα και όρισε το ένα διάστημα να το περνά στην αγκαλιά της μίας, το άλλο στην αγκαλιά της δεύτερης και το υπόλοιπο να το γλεντά, όπως αυτός ήθελε. Ο νέος όμως κυνηγός που αγαπούσε το φως, το βουνό, τα δέντρα και την αγάπη αυτή κάτω απ’ αυτά χάρισε και το δικό του τετράμηνο στην Αφροδίτη, που η αγάπη της του ήταν πιο ακριβή. Έτσι κάθε μέρα γύριζε, μ’ ένα κοπάδι σκυλιά, τα ρουμάνια της Κύπρου και κυνηγούσε άγρια θηρία. Έπειτα έπεφτε στον ίσκιο και κοιμόταν, όχι όμως για πολύ μόνος. Η θεά με το δροσερό αεράκι ή με τη λαύρα του μεσημεριού ερχόταν και τον έκανε ευτυχισμένο με τη θεία της ομορφιά. Έτσι και εκείνο το δειλινό, με τη δροσιά που χάιδευε τα φύλλα των δέντρων, ο Άδωνις ένιωσε και δύο δροσερά χείλη στο πρόσωπό του. Ξύπνησε αμέσως και αγκάλιασε την αγάπη του. Τα σκυλιά παρόλο που ξεκουράζονταν, φύλαγαν τριγύρω. Και οι ερωτευμένοι είχαν την ησυχία τους. Ο Άδωνις φόρεσε το χιτώνιό του και κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα. Ο ζωηρόχρωμος χιτώνας της Αφροδίτης και η ζώνη της, ο περίφημος κεστός, ήταν άτακτα απλωμένα στη γη. Η θεά έδειχνε την παντοδύναμη γύμνια του ασύγκριτου κορμιού της. Ήρθε η ώρα που θα χώριζαν. Ο κυνηγός πήρε το ακόντιο και ετοιμαζόταν. Η θεά τον αγκάλιασε και με τη βελουδένια φωνή της του έλεγε:

– Ωραίε Άδωνι, βασιλιά της καρδιάς μου, όταν συλλογίζομαι ότι διατρέχεις τόσους κινδύνους όταν παλεύεις με τα άγρια θηρία, δεν είναι δυνατόν να ησυχάσω. Λυπήσου με. Μόνο η σκέψη ότι μπορούμε να χωριστούμε με σκοτώνει. Σου ζητώ για χάρη ν’ αφήσεις το κυνήγι. Δε σ’ αρκεί η αγάπη μου; Έχεις σκλάβα σου την ωραιότερη θεά του Ολύμπου. Τι άλλο είναι δυνατόν να ονειρευτεί θνητός;

– Όχι μεγάλη θεά, της απάντησε. Σ’ αγαπώ και μπορώ να πεθάνω για χάρη σου, όταν μου το ζητήσεις. Μην επιμένεις όμως ν΄αφήσω το κυνήγι των δυνατών θηρίων. Είναι κάτι παραπάνω από κάθε άλλη μου δύναμη. Η θεά αναστέναξε και τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα.

– Γιατί τα άγρια θηρία; Επέμεινε εκείνη. Εγώ θα στέλνω στα βέλη σου ελάφια με κλαδωτά κέρατα και ζαρκάδια με ωραία κορμοστασιά.

– Ω! Θεά. Θέλεις να γελάσεις τον εαυτό σου με το να με συμβουλεύεις να γίνω δειλός για να μη μου συμβεί κακό; Γιατί δεν πιστεύω πως εσύ που έβαλες κανόνα στις γυναίκες να λατρεύουν τη δύναμη, το θάρρος και την ανδρεία, θα ήθελες να έχεις έναν δειλό στην καρδιά σου. Μη μου ζητάς αδύνατα. Η πάλη με τα θηρία είναι η ζωή μου. Τότε μόνο, όταν τα καταβάλλω, αισθάνομαι ότι είμαι ο κυρίαρχός τους. Ότι είμαι δυνατός. Τα ελάφια και τα ζαρκάδια είναι τρόπαια για ανήλικους και αδύναμους γέρους και όχι για μένα.

Η θεά τον άκουγε με καμάρι. Αλλά οι φόβοι, της κυρίεψαν πάλι τη σκέψη. Άπλωσε τα χέρια τον αγκάλιασε και βυθίζοντας το βλέμμα της στο δικό του, παρακαλούσε να την υπακούσει. Ανυπόμονα τα σκυλιά άρχισαν να τους τριγυρίζουν. Ο Άδωνις στηρίχτηκε στο ακόντιο και σηκώθηκε,φιλώντας τη δακρυσμένη θεά.

– Φεύγω μεγάλη θεά, είπε, γιατί νοιώθω ότι η θέλησή μου δε θα μπορέσει ν’ αντέξει πολύ στα παρακάλια σου. Έφυγε. Και η θεά πολύ ώρα έμεινε εκεί συλλογισμένη και έπειτα τυλίχτηκε στον χιτώνα της. Στην ώρα όμως ακούστηκαν φοβερά γαυγίσματα, όλων μαζί των σκυλιών του κυνηγού. Άγρια και επίμονα. Σαν αστραπή η θεά πέταξε προς εκείνο το μέρος. Σ’ ένα ξέφωτο, στη μέση του κύκλου που σχημάτιζαν τα σκυλιά, το σώμα του κυνηγού έλαμψε ολόγυμνο. Ο χιτώνας του είχε κουρελιαστεί και η ζώνη με το πλατύ μαχαίρι κείτονταν δίπλα του σπασμένη. Όλο το σώμα είχε πληγές. Το αίμα κατακόκκινο έσταζε στη γη. Το κοφτερό δόντι του κάπρου, που σήκωσαν τα σκυλιά από τη φωλιά του, τον είχε κατασπαράξει. Η θεά ρίχτηκε και αγκάλιασε το κορμί του. Προσπάθησε να του δώσει ζωή. Εκείνος άνοιξε τα μάτια. Την κοίταξε πονεμένα και είπε:

– Δε λυπάμαι που η Άτροπος κόβει το νήμα της νιότης μου, πονώ γιατί χάνω τη μεγάλη σου αγάπη. Έσμιξαν τα χείλη τους και έπεσε από τα χέρια της άψυχος. Η θεά με μάτια θολά από τα δάκρυα κοιτούσε, για τελευταία φορά τον αγαπημένο της, που λίγο πρίν έσφιγγε στην αγκαλιά της. Έβλεπε το αίμα του που είχε στη γη, να φαντάζει, η κάθε σταλαματιά, σαν ένα λουλούδι και αποφάσισε ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Άνθη να στολίσουν το μέρος που έπεσε ο κυνηγός. Και έτσι γεννήθηκε η ανεμώνη. Έπειτα, σήκωσε στα μπράτσα το άψυχο σώμα και προχώρησε να το αφήσει σε κάποιους καλούς ανθρώπους, να το μεταφέρουν στο παλάτι του πατέρα του για την κηδεία. Τα σκυλιά, με χαμηλώμενα στο χώμα τα κεφάλια, ακολουθούσαν λυπημένα σε μακριά γραμμή. Δεν ακουγόταν ούτε ο μικρότερος γρυλισμός. Κήδευε η ομορφιά της φύσης τον εκλεκτό και αγαπημένο της και την πομπή ακολουθούσαν οι πιστοί του σύντροφοι. Είδε η θεά έναν κάμπο καταπράσινο. Τα φυτά με χοντρά φύλλα ήταν η προσωποποίηση της δροσιάς. Στάθηκε και με πόνο ακούμπησε το άψυχο σώμα του κυνηγού στα δροσερά φύλλα, που έτριξαν από το βάρος του. Φώναξε τους εργάτες, τους έδωσε τις εντολές της και όρισε να γίνεται γιορτή κάθε χρόνο, στη μνήμη του θανάτου του ωραιότερου κυνηγού των αιώνων, τα «Αδώνια» που στη Μικρά Ασία, στη Ρώμη και στην Αθήνα με μεγάλη επισημότητα γιόρταζαν. Στο δροσερό φυτό, τέλος, που δέχτηκε το σώμα του Αδώνιδος δόθηκαν από τη θεά ξεχωριστές ιδιότητες. Δεν είναι άλλο από το γνωστό σε όλους μας, μαρούλι.

Εν Οπλοις

About Author

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *